Εάν γνωρίζετε κάποιο τσιατιστό, και δεν υπάρχει στη λίστα, μπορείτε να το προσθέσετε ως σχόλιο σε αυτή τη σελίδα, και η ομάδα που διαχειρίζεται τη σελίδα θα το καταχωρήσει στη βάση τσιατιστών.
Ακόμη, εάν γνωρίζετε το άτομο που το ακούσατε και την περιοχή καταγωγής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, παρακαλούμε να το συμπεριλάβετε.
Σαράντα μέρες άννοια λάκκον μές τήν αυλήν της,
νάβρω τ’αθάνατον νερόν να λούννει το κορμίν της.
Έ έν που τόν τζιαιρόν που πλάστηκα ήμουν θκιαόλου ράτσα, έ έν τζιαί ν άφηνα τών κορασιών πανώ στη ζάμπα κλάτσαν.
Έ εν τραούδα συντροφάκι μου να πούμεν που πεντέξι, έ εν να φτάσουμεν τα έκατον να δούμεν ποιός θ αντέξει.
Ό ον καρυδολέμην τζιαί σπασμόν να φκάλει ο λαιμός σας, ό ον πάρτε τζιαί νάκκον πομονήν να πεί τζιο δάσκαλος σας.
Έ εν τζιη μάνα της εν μιά παστή, μια καρακάξα μια ψηλή εν σιύλλα τζιαί δακκάνει, ό ον μα γιώ φιλώ την κόρην της τζιαί τίποτε έν μου κάμνει.
Έ εν, να σουν το τζιύμμαν του γιαλού τζιαί γιώ ο άμμος νά μουν, έ εν όπως εν τζιείνα αγκαλιαστά νά μαι τζιαί γιώ μητά σου.
Έ εν τζιαί τσιάττισα τόν τζιύρην της τζιαί πίννει ζιβανίαν, έ εν τζιαί γιώ με τή ροκόλαν του πάνω είς την καρκόλαν του διούμεν λιτανείαν.
Έ εν θα χαρτωθώ μιάν μιτσιάν νά σιει βυζιά μεγάλα, ε έν τζιάν τύχει είς την άστοσιάν θκιαβαίννω με το γάλαν.
Ό ον Θεγέ μου κάμε ενάν σεισμόν σάν του σαρανταέναν, έ εν ο κόσμος ούλλος να χαθεί εξόν τζιείνης τζιαί μέναν, ό ον να δώ εγιώ ποιόν θ αγαπά αφό θα σιει κανέναν.
Έ εν τζιαντά να πεί να στολιστεί τζιαί να σφυχτοκολανιαστεί να βάλει τα καλά της, έ εν μοιάζει με την Αγιά Σοφκιάν τζιαί τα καμπαναρκά της.
Έ εν τζιαντά να πεί να χτενιστεί τζιαί να βαφτεί τζιαί να σαστεί λαλεί του ήλιου σβήσε, ό ον νά φέξω γιώ στον τόπο σου τζιαί σέναν ποιόν κανείσε.
Ε ε, τις τσουρες τις αναγιωτες που καμνουσιν το γαλα,
Ε ε, που εχουν νουρον κορτοτον τσαι θκιο αφκια μιαλα,
Ε ε, επια τσαι εγαλεψα τη μια τη μια τη πιο αφρατη
Ε ε, τσαι ειπε μου γεια σου μαστρε μου ετον καλον αρκατην
ΕΕΕ ΜΑΡΙΑ ΛΕΝΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ, ΜΑΡΙΑ ΛΕΝΕ ΚΑΙ ΣΕΝΑ,
ΑΝ ΑΡΝΗΘΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΡΝΕΙΤΑΙ’ΣΕ ΤΖΙΑΙ ΣΕΝΑ.
ΕΕΕ ΕΨΕΣ ΕΠΗ’Α ΕΣΣΩ ΤΗΣ ΤΖΙΑΙ ΕΨΗΝΝΕ ΚΑΤΤΙΜΕΡΚΑ,
ΤΖΙΑΙ ΕΙΠΑ ΤΗΣ ΔΩΣ’ΜΟΥ ΤΑ ΜΙΣΑ ΤΖΙΑΙ ΓΥΡΙΣΕ ΤΗΝ ΒΕΡΚΑΝ.
Ούλλον τον κόσμον έφα’ τον να βρω γλυκό σταφύλι
μα εν ήβρα γλυτζύτερο, που τα δικά σου χείλη
Τραούδα συντροφάκι μου τα δκυο να τραουδουμεν,
να φτασουμεν τα εκατο για τζεινες π`αγαπουμεν.
Τρια τζιαι τεσσερα εφτα, εφτα τζιαι τρια δεκα,
καλλι`ωρα του π`αγαπησε Παφιτισσα γεναικα.
Ελεισαν οι ποϊνες μου τζι` εμειναν τα καλαμια,
τζιαι μεναν η αγαπη μου εν που την Λακαταμια.
Αγαπες εκαμα πολλες, εχω τζιαι μια στην Κριτου,
εχω τζια μια στο Νιο Χωρκον τζια τρεις στην Αντρολυκου,
μα `χω τζιαι μια Προδρομιτου που μ`αγαπα περιτου.
Της Λακαταμιας το καμπαναρκον το μεσομεριν σιαζει,
κατισιη του πουτ τη φιλα τζιαι που τη ξεκουμπιαζει.
Ποτε `ννα παμε μανα μου τζιει στα βουνα τ`Ακαμα,
να σκοτεινιασουν τα βουνα να ππεσουμεν ανταμα.
Εγιω `ρεσα που το στενο της τζιαι εψεινε πουρκουρι,
τζι` ειπα της δως μου νακκουριν τζι` ειπε μου εσιει αγγουριν.
Ενυχτωσε τζια σημερα παει τζιαι τουτη μερα,
τζιαι εν ειδα την αγαπη μου που θωρουν καθε μερα.
____________________________________________________
ενας υποτειθεμενος διαλογος τσιαττιστων αναμεσα σε δυο νεους για τις κορασιες που αγαπουν
εεε εν είπα της πως την αγαπώ την έχω στην καρκιά μου
εεε εν τζαι τζίνη εκαραμούτσοσε τζαι εν ηρτε μητά μου
εεε εν εις το στενό σου κόρι μου έλα να φιληθούμε
εεε εν τζι αν ε γραφτό στη μοίρα μας να πάμε να αρμαστούμε.
αγαπες εκαμα πολλες
καθε χωρκο πεντεξι,
μα τουτη που καμα τωρα
ενα με ξημπερτεψει
εφίλουν-τη τσιαι λαλε μου,
‘ακκα με να πονησω,
να τσιηζω πανω να πονω
να με σε λεισμονισω.
εεε, α-πή’ησα του ποταμού και πάτησα ρικτάρι
εεε και είπαν μου πως εφίλησα την κόρη του μουχτάρη
εεε εσεις που’σαστον δαμε
ένα θελω να’ρτει
τζαι ένα θελω να ρτει
στο τσιατιστο να μ’ανταγωνιστεί
τζαι σι’ουρα θα χασει
τζαι σι’ουρα θα χασει.
εεε, τριαντα δκυο φουρνιες ψουμι εφουρνιζε μια ρουσα,
τζαι ‘βουρουντιν μες την αυλη
για να μου δωκει ενα φιλι
τζ’ αϊκεν τα τζαι κρουσαν
τραουθκια ξερω καμποσα ενα σατζιη γεματο,
ενα σατζιη γεματο,
μα τρυπησε ο κώλος του τζαι’φκαλεν τα που κατω,
τζια’φκαλεντα που κατω
Ρε φίλε μου που νόμισες, πως ξέρεις τζαι τσατίζεις,
μοιάζει με μιαν αρκό’καττα, που μόνο νιαουρίζει